Γαιοκτήμονας
είναι το πρόσωπο που κατέχει και διαθέτει στην ιδιοκτησία του μεγάλες
εκτάσεις γης, όπως κτήματα ή χωράφια, και συνήθως ζει από
την εκμετάλλευσή τους. Είναι συνώνυμο με τον μεγαλοκτηματία ή τσιφλικά και αποτελεί το αντίθετο του ακτήμονα, ο οποίος δεν έχει δική του γη.
Η
γεώτρηση είναι η διαδικασία διάνοιξης μιας στενής, βαθιάς οπής (τρύπας)
στο έδαφος, είτε κάθετα είτε οριζόντια, με σκοπό την έρευνα ή την
εκμετάλλευση των πόρων του υπεδάφους.Χρησιμοποιείται κυρίως για
την άντληση νερού (υδρογεώτρηση) για άρδευση/ύδρευση, τη γεωθερμία, την
εξόρυξη πετρελαίου/αερίου ή γεωτεχνικές έρευνες.
),
προερχόμενη από τις λέξεις «γη» + «μήλο». Η ονομασία αυτή αποτελεί
μεταφορά του γαλλικού «pomme de terre» (μήλο της γης) και αναφέρεται
στον εδώδιμο κόνδυλο που αναπτύσσεται μέσα στο χώμα.
Ο όρος
γηγενής (αρσενικό/θηλυκό) αναφέρεται σε πρόσωπο, πληθυσμό, φυτό ή ζώο που έχει γεννηθεί και ζει στον τόπο της καταγωγής του, γνωστός και ως «ντόπιος», «ιθαγενής» ή «αυτόχθονας». Ουσιαστικά, περιγράφει τον κάτοικο που κατάγεται από τη συγκεκριμένη γη.
απόγειο
(αστρονομία) το σημείο της ελλειπτικής τροχιάς ενός ουράνιου σώματος ή τεχνητού δορυφόρου όπου η απόσταση από τη Γη είναι η μέγιστη.
Ο γαιάνθρακας ή κάρβουνο (αγγλικά: coal) είναι κατηγορία στερεών καυσίμων
τα οποία προέρχονται από εξόρυξη σε αντιδιαστολή με τα κοινά κάρβουνα ή
ξυλοκάρβουνα. Απαντάται σε όλες τις περιοχές της Γης σε διάφορες
μορφές.
Ο όρος γεώδης (επίθετο) σημαίνει αυτός που αποτελείται από γη ή χώμα, που προέρχεται από το έδαφος, ή έχει την υφή/χρώμα του χώματος
Ο
γαιότοιχος (αρσενικό) είναι μια λέξη που αποτελείται από τα συνθετικά γαία (γη/χώμα) + τοίχος.
Σημαίνει έναν τοίχο που είναι κατασκευασμένος από χώμα ή χωμάτινα υλικά
(π.χ. πλινθόκτιστος ή τοίχος από τσατμά). Πρόκειται για όρο που
αναφέρεται σε αρχαία ή παραδοσιακή δόμηση.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου